Η ΜΙΚΡΗ ΧΙΛΝΤΕ…
Νέες μεραρχίες τεθωρακισμένων έφευγαν από το Βερολίνο
για το ανατολικό μέτωπο…
Η σβάστικα είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σ’ όλα…
Σε μια σκοτεινή αυλή, σ’ ένα σκοτεινό προάστιο της πόλης,
η πεντάχρονη Χίλντε έπαιζε με τα μυρμήγκια…
Τα στρατεύματα συνέχιζαν να φεύγουν… να φεύγουν… να φεύγουν…
Το ίδιο θέαμα έβλεπε για μέρες η μικρή μαζί με την τρομαγμένη μάνα της…
Παγωμένες μέρες στην πόλη…
Παγωμένοι δρόμοι, παγωμένα δέντρα, μα… πιο πολύ το αίμα…
Ο ήχος των φοβερών αρμάτων, της τρυπούσε τη ζωή γι’ ακόμα μια φορά
Η μητέρα της μικρής Χίλντε είχε ζήσει -μικρή τότε- και τον πρώτο μεγάλο πόλεμο.
Έπαιζε κι αυτή με τα μυρμήγκια της αυλής…
Τα μυρμήγκια δεν ήξεραν τίποτα. Ούτε τότε, ούτε και τώρα.
Έκαναν τα ίδια ακριβώς πράγματα που έκαναν και χθες και προχθές,
και όλη την προηγούμενη βδομάδα: κουβαλούσαν την τροφή τους.
Αμέτρητα μυρμήγκια κουβαλούσαν την τροφή τους αδιάφορα
για τον κόσμο των ανθρώπων.
Αδιάφορα για το φόβο και τον τρόμο που προκαλούσαν
τ’ ατσαλένια τους κατασκευάσματα.
Έπαιρνε τα μυρμήγκια στο χέρι της…
Της άρεσε έτσι ελαφρά που τη δάγκωναν…
Καμιά φορά όμως έβαζε τα κλάματα όταν κάποιο είχε πιο δυνατό στόμα.
Τα προκαλούσε… από φόβο τη δάγκωναν…
Κανείς ποτέ δεν της είπε: μικρή μην ενοχλείς τα μυρμήγκια…
Έτσι και η μικρή Χίλντε με τη σειρά της έπαιζε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο…
Έπαιρνε τα μυρμήγκια στο χέρι της…
Της άρεσε έτσι ελαφρά που τη δάγκωναν…
Καμιά φορά όμως έβαζε τα κλάματα όταν κάποιο είχε πιο δυνατό στόμα…
Τα προκαλούσε… από φόβο τη δάγκωναν…
Την άνοιξη του ’45 όλα πια είχαν «τελειώσει».
Αυτοί που έφυγαν δεν επέστρεψαν…
Τώρα… νέα άρματα μ’ άλλα διακριτικά σάρωναν την πόλη…
Αχόρταγο το πυροβολικό βάλλοντας μέρα και νύχτα ζητούσε εξηγήσεις
από ένα καθεστώς που δεν υπήρχε πια…
Συντρίμμια παντού… καμένα δέντρα… αναποδογυρισμένα οχήματα…
παιδικά παπούτσια ανάμεσα σε πτώματα… πέτρες και λάσπες…
στάχτες και θάνατος… αίμα και παγωνιά…
Η μικρή Χίλντε σταμάτησε να παίζει…
Δεν υπήρχε πια ούτε σπίτι ούτε αυλή ούτε μυρμήγκια…
Κανείς δεν της είχε πει ποτέ: μικρή ποτέ μην ενοχλείς
τα μυρμήγκια όταν μαζεύουν την τροφή τους…