Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

                   Να νιώσω αυτή την διαβεβαίωση στα χείλη, πως όλα πάνε καλά.
                   Έξω από τις γραμμές της κάθε μέρας.
                   Έξω από την σκέψη που φωνάζει, Απάτη!
                   Η βροχή... Αυτή είναι η ώρα! Τώρα το ένα θα ψάχνει το  άλλο.
                   Εκεί, μπροστά στα πόδια σου, ένα Κοχύλι, ψάχνει το ταίρι του…
                                    
                   Π Φ ''ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ''

Να υπάρχεις έτσι, χωρίς κανένα θόρυβο, χωρίς την παραμικρή διάθεση
για την οποιαδήποτε μικροένταση. Έτσι σε θέλω, στις μύτες των ποδιών να περπατάς.
Σαν ελαφριές ρουφηξιές από τσιγάρο να υπάρχεις!
Σαν ένα πούπουλο που πέφτει σιγά σιγά σιγά από πολύ ψηλά,
να μοιάζει το φιλί σου που περιμένω…

ΠΦ ''ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ''

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Annelie Marie Frank


Ήταν ένα κορίτσι με καπέλο. Μου αρέσουν τα κορίτσια με καπέλο.
Όχι ήταν ένα ποδήλατο με καπέλο. Μου αρέσουν τα ποδήλατα με καπέλο.

Το καπέλο έφυγε και έμεινε μόνο ένα κορίτσι με ποδήλατο.

Μου αρέσει όταν ένα καπέλο φεύγει και μένει μόνο

ένα κορίτσι με ποδήλατο.

Όχι σε κάποια πόλη σκιών και φαντασμάτων, αλλά σε πόλη ποδηλάτων.

Δεν ήταν κρυμμένη, φοβισμένη, σε σοφίτα στριμωγμένη.

Τίποτα απ όλα αυτά.

Την άφησε η άνοιξη, την βρήκα καλοκαίρι.

Ένα τρελό αγέρι πρόωρο παιδί του φθινοπώρου της πήρε

το καπέλο μέτρα μακριά.

Ένα ψάθινο καπέλο.

Ένα όμορφο καπέλο.

Το καπέλο της.

Το καπέλο της Annelies Marie Frank.

Το καπέλο της Άννας!

Ήταν ένα όμορφο κορίτσι. Ένα μικρό κορίτσι. Ένα γλυκό κορίτσι.

Χαμογελούσε στις γάτες.

Χαμογελούσε ακόμα και στα σκουπίδια.

Ναι, εκείνο το πρωινό είδα την Άννα Φράνκ να μαζεύει το καπέλο της, 
να ξεκλειδώνει ένα ποδήλατο, να μας χαμογελά και να φεύγει...


 

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015


                             Ο Παρθενώνας, ο Πύργος του Άιφελ, η Πύλη του Βραδεμβούργου,
                             η Αψίδα του Θριάμβου, το Big Ben, το Άγαλμα της Ελευθερίας,
                             η Όπερα του Μιλάνου, ο Ποιητής, το Φεγγάρι…
                             Ε λοιπόν, όλα αυτά που θαυμάζετε, κοιτάνε μια Γάτα!!!


                                    The Parthenon, the Eiffel Tower, the Brandenburg Gate,
                                    the Arc de Triomphe, the Big Ben, the Statue of Liberty,
                                    the Milan Opera, the Poet, the Moon ...
                                   Well, all these that you marvel at, they are all looking at a Cat!!!

Η ΜΙΚΡΗ ΛΟΡΑ

Η μικρή Λόρα, ντρεπόταν να σε κοιτάξει
Η μικρή Λόρα, ντρεπόταν γενικά
Θα ήσουνα  πραγματικά τυχερός αν κατάφερνες να συναντηθεί η ματιά σου με την δική της.
Γιατί ντρέπεται τόσο;
Και η ευγένεια της καταντά ανυπόφορη.
Μα θα ήταν σκληρό όμως, πολύ σκληρό να της το πεις.
Το λιγότερο θα έβαζε τα κλάματα.
Άμα τις μιλούσες όμως γλυκά θα σου χάριζε ένα χαμόγελο.
Ένα χαμόγελο παρθένας θα σου χάριζε.
Αν της μιλούσες λίγο έντονα η αν σου έφευγε μια χοντρή κουβέντα, 
νόμιζες πως θα γινόταν Θρύψαλα.
Θα καταγραφόταν αμέσως στις πιο κακές τις εμπειρίες.
Θα της προκαλούσες μεγάλη αναστάτωση.
Θα έκλεινε τα μάτια και θα έκλαιγε.
Θα ήταν μικρή η μικρή Λορα ακόμα και αν γινόταν εβδομήντα χρονών.
Όποιος της μιλούσε γνωστός η άγνωστος, αυτή κοιτούσε κάτω.
Πιστεύω πως για την μικρή Λόρα, όλοι εκτός από την μάνα της ήταν για αυτήν άγνωστοι.
Λάτρευε τα γατιά. Ήταν η πριγκίπισσα τους. Μόνο αυτά κοιτούσε, μόνο αυτά αγκάλιαζε.
Μόνο σε αυτά πολυμιλούσε.
Πιστεύω  ακόμη πως για την μικρή Λόρα όλα τα άλλα ήταν ένας πόλεμος.
 Όλοι οι περαστικοί, όλοι οι θόρυβοι, όλες οι κουβέντες όλα τα οχήματα 
ήταν για αυτήν εχθρικά πράγματα.
Ήταν πολύ γλυκιά  η μικρή Λόρα. Σου έφτανε  μόνο απλά να την κοιτάζεις και ας μη σου έλεγε
ούτε μια Λέξη. Ας είναι, έλεγες. Απληστία θα ήταν να ζητήσεις κάτι περισσότερο.
Πόσα τέτοια κορίτσια υπάρχουν στο κόσμο άραγε;
Λοιπόν, αυτό το λεπτό,  όμορφο, και ευγενικό πλάσμα, διάβαζε  Κafka διάβαζε Rilke  και σπάνια 
κοιτούσε το ταβάνι όπως κάνουν οι χαζές.
Κοίταξε μας λίγο μικρή Λόρα. Κάνε μας αυτή τη χάρη. Όλοι μας πρόδωσαν. Όλοι μικρή Λόρα.
Είμαστε τόσο κουρασμένοι και το ξέρεις. Όλα τα ξέρεις χωρίς να τα κοιτάζεις.
Πως είναι να έρχονται  όλα τα άστρα σε σένα;
Πως είναι όλα της φύσης τα καλά να έρχονται για σένα;
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα φαντάζομαι όταν σε κοιτάζει η μικρή Λόρα.
Μισή φορά όλη και όλη μας κοίταξε εκείνη τη μέρα και φύγαμε από κει ευτυχισμένοι.

 



Η ΜΙΚΡΗ ΧΙΛΝΤΕ…

Νέες μεραρχίες τεθωρακισμένων έφευγαν από το Βερολίνο
για το ανατολικό μέτωπο…
Η σβάστικα είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σ’ όλα…
Σε μια σκοτεινή αυλή, σ’ ένα σκοτεινό προάστιο της πόλης,
η πεντάχρονη Χίλντε έπαιζε με τα μυρμήγκια…
Τα στρατεύματα συνέχιζαν να φεύγουν… να φεύγουν… να φεύγουν…
Το ίδιο θέαμα έβλεπε για μέρες η μικρή μαζί με την τρομαγμένη μάνα της…
Παγωμένες μέρες στην πόλη…
Παγωμένοι δρόμοι, παγωμένα δέντρα, μα… πιο πολύ το αίμα…
Ο ήχος των φοβερών αρμάτων, της τρυπούσε τη ζωή γι’ ακόμα μια φορά
Η μητέρα της μικρής Χίλντε είχε ζήσει -μικρή τότε- και τον πρώτο μεγάλο πόλεμο.
Έπαιζε κι αυτή με τα μυρμήγκια της αυλής…
Τα μυρμήγκια δεν ήξεραν τίποτα. Ούτε τότε, ούτε και τώρα.
Έκαναν τα ίδια ακριβώς πράγματα που έκαναν και χθες και προχθές,
και όλη την προηγούμενη βδομάδα: κουβαλούσαν την τροφή τους.
Αμέτρητα μυρμήγκια κουβαλούσαν την τροφή τους αδιάφορα
για τον κόσμο των ανθρώπων.
Αδιάφορα για το φόβο και τον τρόμο που προκαλούσαν
τ’ ατσαλένια τους κατασκευάσματα.
Έπαιρνε τα μυρμήγκια στο χέρι της…
Της άρεσε έτσι ελαφρά που τη δάγκωναν…
Καμιά φορά όμως έβαζε τα κλάματα όταν κάποιο είχε πιο δυνατό στόμα.
Τα προκαλούσε… από φόβο τη δάγκωναν…
Κανείς ποτέ δεν της είπε: μικρή μην ενοχλείς τα μυρμήγκια…
Έτσι και η μικρή Χίλντε με τη σειρά της έπαιζε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο…
Έπαιρνε τα μυρμήγκια στο χέρι της…
Της άρεσε έτσι ελαφρά που τη δάγκωναν…
Καμιά φορά όμως έβαζε τα κλάματα όταν κάποιο είχε πιο δυνατό στόμα…
Τα προκαλούσε… από φόβο τη δάγκωναν…
Την άνοιξη του ’45 όλα πια είχαν «τελειώσει».
Αυτοί που έφυγαν δεν επέστρεψαν…
Τώρα… νέα άρματα μ’ άλλα διακριτικά σάρωναν την πόλη…
Αχόρταγο το πυροβολικό βάλλοντας μέρα και νύχτα ζητούσε εξηγήσεις
από ένα καθεστώς που δεν υπήρχε πια…
Συντρίμμια παντού… καμένα δέντρα… αναποδογυρισμένα οχήματα…
παιδικά παπούτσια ανάμεσα σε πτώματα… πέτρες και λάσπες…
στάχτες και θάνατος… αίμα και παγωνιά…
Η μικρή Χίλντε σταμάτησε να παίζει…
Δεν υπήρχε πια ούτε σπίτι ούτε αυλή ούτε μυρμήγκια…
Κανείς δεν της είχε πει ποτέ: μικρή ποτέ μην ενοχλείς
τα μυρμήγκια όταν μαζεύουν την τροφή τους…